Τρίτη, 7 Αυγούστου 2018

Πρόληψη της νόσου των λεγεωναρίων - Ποιότητα νερού ανθρώπινης κατανάλωσης


ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΤΡΙΤΕΚΝΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ (ΝΟΜΟΥ) ΑΤΤΙΚΗΣ
Μέλος της ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΤΡΙΤΕΚΝΩΝ (ΠΟΤ)
ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΜΕΝΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΦΡΟΝΤΙΔΑΣ
ΕΤΟΣ ΙΔΡΥΣΗΣ 2006
Σαπφούς 21, Καλλιθέα. ΤΚ 17676
Πατησίων 4, Ομόνοια, Αθήνα
τηλ 210 9524869, 6932 737727, 6949 592286,


Πρόληψη της νόσου των λεγεωναρίων - Ποιότητα νερού ανθρώπινης κατανάλωσης

Το βακτηρίδιο της λεγεωνέλλας αναπτύσσεται στα επιφανειακά νερά, είναι όμως δυνατόν να ανιχνευθεί και στο καθαρό νερό, επιζεί ακόμη και στο αποσταγμένο νερό.
Ιδανικές συνθήκες πολλαπλασιασμού της LEGIONELLA παρουσιάζονται στα δίκτυα διανομής νερού των κτιρίων και ειδικότερα στο δίκτυο διακίνησης ζεστού νερού - (θερμοκρασία υψηλότερη των 20C).
H παρουσία οργανικών και ανόργανων ουσιών
καθώς και μικροοργανισμών στο νερό ευνοεί τη δημιουργία αποικιών στην εσωτερική επιφάνεια των σωληνώσεων. Το πλήθος των αποικιών αυξάνεται, σχηματίζοντας μια
βιομεμβράνη (biofilm). Η βιομεμβράνη είναι μόνιμη εστία πιθανής μόλυνσης του νερού των δικτύων διανομής νερού των κτιρίων, απελευθερώνοντας συνεχώς μικροοργανισμούς στο πόσιμο νερό.
Η λεγεωνέλλα μεταδίδεται κυρίως αερογενώς μέσω των λεπτότατων σταγονιδίων υπό μορφή αερολύματος που σχηματίζονται από τα κλιματιστικά μηχανήματα, αλλά και του
καταιονισμού (ντους) ή και του πλυσίματος των χεριών.

Τα συμπτώματα της νόσου εκδηλώνονται 2 με 10 ημέρες μετά την μόλυνση. Η κλινική εικόνα συνήθως είναι αυτή της άτυπης πνευμονίας με εξελισσόμενη ακτινολογική εικόνα,
συχνά με συνύπαρξη κεφαλαλγίας, βραδυψυχισμού, μυαλγιών και γενικών φαινομένων που υποδηλώνουν τη συστηματικότητα της λοίμωξης.
Αργότερα επηρεάζονται ζωτικά όργανα, ενώ υπάρχει περίπτωση να επηρεαστούν και οι νοητικές λειτουργίες. Η έγκαιρη
διάγνωση αυξάνει τις πιθανότητες επιβίωσης. Έχει θνητότητα 15% περίπου, ενώ στα ανοσοκατασταλμένα άτομα και τα άτομα των καλούμενων ομάδων υψηλού κινδύνου η θνητότητα είναι μεγαλύτερη.

Στην ομάδα υψηλού κινδύνου υπάγονται: Όλα τα άνω των 50 ετών άτομα, οι καπνιστές, όσοι ευρίσκονται υπό αγωγή με κορτικοστεροειδή, όσοι πάσχουν από χρόνιες πνευμονοπάθειες, σακχαρώδη διαβήτη, νεοπλασματικά νοσήματα και νεφρική
ανεπάρκεια, που έχουν υποστεί μεταμόσχευση οργάνων, άτομα με εξασθενημένο και ευάλωτο ανοσοποιητικό σύστημα.

Η εργαστηριακή διάγνωση της νόσου πραγματοποιείται με την καλλιέργεια του μικροβίου σε ειδικό θρεπτικό υλικό και με ανοσοφθορισμό στις εκκρίσεις των αεροφόρων οδών, στο αίμα, στο πλευριτικό υγρό και σε βιοψία πνευμονικού ιστού ή με
την ανίχνευση των ειδικών υδροδιαλυτών αντιγόνων των λεγεονελλών στα ούρα των ασθενών.
Η εργαστηριακή διάγνωση στηρίζεται και στην εκτίμηση του τίτλου αντισωμάτων κατά της λεγεωνέλλας (αξιολογείται η άνοδος του τίτλου μεταξύ του πρώτου και δεύτερου δείγματος αιμοληψίας σε χρονική απόσταση 20 ημερών).
Τονίζεται ότι η μέθοδος της ανίχνευσης αντιγόνου στα ούρα βοηθά στην ταχεία διάγνωση της νόσου στα αρχικά στάδια ( σε λιγότερο από 24 ώρες) και μέχρι και δυο μήνες από την
έναρξή της, ενώ δεν επηρεάζεται από τη χορήγηση μικροβιακής αγωγής.

Για την πρόληψη εμφάνισης της νόσου απαιτείται η συστηματική λήψη των κατάλληλων μέτρων για τη σωστή λειτουργία των υδραυλικών και κλιματιστικών εγκαταστάσεων (ξενοδοχείων, νοσοκομείων, ιαματικών λουτρών, αθλητικών εγκαταστάσεων, χώρων παραμονής του κοινού, μέσων μεταφοράς, κρουαζιερόπλοιων κ.λ.π) αλλά και για την αποφυγή δημιουργίας εστιών μόλυνσης στα σημεία των δικτύων
όπου παρατηρείται συχνή αυξομείωση της θερμοκρασίας και εμφανίζονται εναποθέσεις αλάτων και ξένων ουσιών γενικότερα.

Η γεύση και η οσμή του νερού αλλά και τα άλλα ποιοτικά χαρακτηριστικά του δεν πρέπει να μεταβάλλονται σε καμιά περίπτωση. Συγκεκριμένα:

- Θα πρέπει να εξασφαλίζεται, με τεχνικά μέσα, η είσοδος απολυμασμένου νερού στο δίκτυο ύδρευσης του κτιρίου.
- Θα πρέπει επίσης να εξασφαλίζεται η μόνιμη απολύμανση, με τεχνικά μέσα, του δικτύου ύδρευσης ώστε να καταστραφούν οι τυχόν αποικίες μικροβίων και η βιομεμβράνη αλλά και να εμποδίζεται η εκ νέου ανάπτυξή τους.

Σε τακτά χρονικά διαστήματα (τουλάχιστον μια φορά στους 6 μήνες) θα πρέπει να γίνεται δειγματοληπτικός έλεγχος νερού στο δίκτυο διανομής του κτιρίου, ώστε να μπορούν να
ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα σε περίπτωση μόλυνσης.
Τα δείγματα νερού θα πρέπει να αποστέλλονται στα Εθνικά Κέντρα Αναφοράς, ή σε ΚΕΔΥ-ΠΕΔΥ, ή σε διαπιστευμένα ως
προς τη εξέταση της λεγεωνέλλας εργαστήρια.

Επισημαίνεται ότι:
 Ειδικά για την Ελλάδα, τους θερινούς μήνες το νερό του δικτύου κρύου νερού υπερβαίνει συχνά τους 20οC ( συνθήκη ευνοϊκή για την ανάπτυξη λεγεωνέλλας).
 Η αποφυγή διαρροών στον κλιματισμό θα πρέπει να διασφαλίζεται συστηματικά καθ΄όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του κλιματισμού.

Στην νέα νομοθεσία για την παρακολούθηση της ποιότητας του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης (σχετ α), η οποία εκδόθηκε σε εναρμόνιση της Οδηγίας 2015/1787/ΕΕ και με
γνώμονα την προστασία της Δημόσιας Υγείας, καθορίζεται η παρακολούθηση της λεγεωνέλλας στο νερό που κυκλοφορεί στο εσωτερικό δίκτυο ύδρευσης νοσ0κομείων,κλινικών, κέντρων υγείας, οίκων ευγηρίας, τουριστικών εγκαταστάσεων, ξενοδοχείων,
φυλακών, στρατοπέδων με παραμετρική τιμή 1000 cfu/1L.
Η ελάχιστη συχνότητα δειγματοληψίας και αναλύσεων καθορίζεται σε μια ανά εξάμηνο ( 2 φορές ετησίως) και η ευθύνη για τη δειγματοληψία και ανάλυση ανήκει στους «υπευθύνους» των κτιρίων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου